Εγκεφαλικό Επεισόδιο και Αποκατάσταση

Το εγκεφαλικό επεισόδιο είναι η βλάβη που προκαλείται στα εγκεφαλικά κύτταρα από την έλλειψη οξυγόνου, όταν η παροχή του αίματος σε μια περιοχή του εγκεφάλου σταματήσει. Είναι η δεύτερη αιτία θανάτου και μία από τις κυριότερες αιτίες πρόκλησης αναπηρίας σε ενήλικες του δυτικού κόσμου.
Τα εγκεφαλικά επεισόδια μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: ισχαιμικά και αιμορραγικά. Τα ισχαιμικά εγκεφαλικά επεισόδια προκαλούνται από διακοπή της παροχής αίματος προς τον εγκέφαλο, ενώ τα αιμορραγικά προκύπτουν από την ρήξη ενός αιμοφόρου αγγείου ή μια ανωμαλία στην αγγειακή δομή (π.χ. ανεύρυσμα). Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο μπορεί να είναι ελαφρύ ή αρκετά σοβαρό και τα συμπτώματα προσωρινά ή μόνιμα, ανάλογα με την έκταση της βλάβης στον εγκέφαλο. Τα ισχαιμικά εμφανίζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό από ότι τα αιμορραγικά.

Προγνωστικά σημάδια και συμπτώματα ενός εγκεφαλικού επεισοδίου μπορεί να αποτελούν, μεταξύ άλλων, μια ανικανότητα στην κίνηση ή την αίσθηση μουδιάσματος, παράλυσης και πόνου στη μία πλευρά του σώματος, προβλήματα κατανόησης ή ομιλίας, αίσθημα ζάλης, απώλεια ισορροπίας, δυσκολία στην όραση και πονοκέφαλο. Τα συμπτώματα αυτά συχνά εμφανίζονται αμέσως μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο. Εάν τα συμπτώματα διαρκούν λιγότερο από μία ή δύο ώρες είναι ίσως μια παροδική ισχαιμική προσβολή. Τα αιμορραγικά εγκεφαλικά συνήθως συνδέονται με μια σοβαρή κεφαλαλγία.

Ο κύριος παράγοντας κινδύνου για ένα εγκεφαλικό επεισόδιο είναι η υψηλή αρτηριακή πίεση. Άλλοι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν το κάπνισμα, την παχυσαρκία, την υψηλή χοληστερόλη στο αίμα, τον σακχαρώδη διαβήτη και την κολπική μαρμαρυγή. Ένα ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο συνήθως προκαλείται από απόφραξη ενός αιμοφόρου αγγείου μετά τη δημιουργία θρόμβου είτε στην περιοχή του εγκεφάλου είτε σε άλλο σημείο του σώματος, συχνότερα στην καρδιά. Ένα αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο προκαλείται από αιμορραγία, είτε άμεσα στον εγκέφαλο ή εντός του χώρου που περιβάλλει τον εγκέφαλο. Η διάγνωση γίνεται συνήθως με απεικονιστικές μεθόδους, όπως η αξονική τομογραφία (CT) ή μαγνητική τομογραφία (MRI), μαζί με μια φυσική εξέταση των κλινικών συμπτωμάτων. Άλλες μέθοδοι όπως ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και εξετάσεις αίματος γίνονται για τον προσδιορισμό των παραγόντων κινδύνου και για τον αποκλεισμό άλλων πιθανών αιτιών.

Η πρόληψη περιλαμβάνει τη μείωση των παραγόντων κινδύνου, καθώς και, ενδεχομένως, την χορήγηση φαρμάκων ή την χειρουργική επέμβαση σε προβλήματα στένωσης κάποιας αρτηρίας και ότι άλλο κρίνει απαραίτητο ο γιατρός. Πολλές φορές, μια απλή ασπιρίνη μπορεί να λύσει πολλά προβλήματα.

Οι πρωταρχικοί στόχοι της διαχείρισης ενός εγκεφαλικού επεισοδίου είναι η μείωση της εγκεφαλικής βλάβης και των συμπτωμάτων για τη μέγιστη ανάρρωση του ασθενούς. Μόλις η κατάσταση του ασθενούς έχει σταθεροποιηθεί, ξεκινά η αποκατάσταση. Όταν κρίνεται απαραίτητο συστήνεται μια διεπιστημονική ομάδα που μπορεί να περιλαμβάνει τον γιατρό, τον φυσιοθεραπευτή, εργοθεραπευτή, λογοθεραπευτή και ψυχολόγο ή κοινωνικό λειτουργό. Ο ασθενής και οι δικοί του άνθρωποι ή οι φροντιστές κατέχουν πολύ σημαντικό ρόλο σε αυτή την ομάδα. Οι πρωταρχικοί στόχοι αυτής της υπ-οξείας φάσης περιλαμβάνουν την πρόληψη δευτερογενών επιπλοκών για την υγεία, την ελαχιστοποίηση των βλαβών, καθώς και την επίτευξη των λειτουργικών στόχων που προωθούν την ανεξαρτησία των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής του ασθενούς. Απώλεια λειτουργικής ικανότητας και εκτέλεσης δεξιοτήτων παρατηρείται συχνά μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο.

Η αποκατάσταση πρέπει να ξεκινά όσο το δυνατόν γρηγορότερα για την αποτελεσματικότερη ανάκτηση της λειτουργικότητας του πάσχοντα. Η άμεση και κατάλληλη προσέγγιση, βελτιστοποιεί τα αποτελέσματα της αποκατάστασης, τα οποία εξαρτώνται και από τον ίδιο τον ασθενή. Η ηλικία, η ανταπόκριση που έχει κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η ικανότητα μάθησης και η γενική κατάσταση της υγείας του είναι βασικοί παράγοντες για την διαμόρφωση και εξέλιξη της θεραπείας. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι τα σημαντικότερα κέρδη σε μία αποκατάσταση συμβαίνουν τις πρώτες 12 εβδομάδες μετά το εγκεφαλικό.

Άνθρωποι με μειωμένες ικανότητες έχουν πολλές δυνατότητες.

Ο σκοπός της φυσιοθεραπευτικής παρέμβασης είναι η προσαρμογή στην καθημερινότητα και η μεγιστοποίηση των δυνατοτήτων του ασθενή. Εκτιμούμε τις ανάγκες, αξιολογούμε τις ικανότητες και μεγιστοποιούμε τις δυνατότητές του. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται επανεκπαιδεύουν τους ασθενείς σε δραστηριότητες για την βελτίωση των λειτουργικών ικανοτήτων, της υγείας και της ανεξαρτησία τους (π.χ. προσωπική υγιεινή, ντύσιμο). Τα τελευταία χρόνια μελέτες υποστηρίζουν την εξειδικευμένη θεραπεία προσανατολισμένη στη λειτουργικότητα των ασθενών με τη βοήθεια πολλαπλών δραστηριοτήτων. Η προσέγγιση αυτή αλληλεπιδρά με πολλά συστήματα του εγκεφάλου και είναι οργανωμένη γύρω από ένα στόχο.

Σε κάθε μορφή εκπαίδευσης δραστηριοτήτων προσανατολισμένης στον στόχο, χρειάζεται ποικιλομορφία στην άσκηση, με εξειδικευμένες δεξιότητες και διευκολύνσεις προσαρμοσμένες στους στόχους και τις δυνατότητες του ασθενή. Η θεραπεία που συνδέεται με πολλαπλές δραστηριότητες βοηθά πολύ περισσότερο στην βελτίωση της ισορροπίας και την μείωση των πτώσεων από οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση. Η εκπαίδευση πρέπει να βασίζεται στην εξάσκηση καθημερινών λειτουργικών δεξιοτήτων, να έχει άμεση σχέση με τον ασθενή και το περιβάλλον του και όχι τόσο ως μια επικεντρωμένη θεραπεία στη βλάβη ή στην ενδυνάμωση.

Ένα καλά συντονισμένο πρόγραμμα αποκατάστασης, ουσιαστικό και χρήσιμο για τον ασθενή, οργανωμένο από έναν εξειδικευμένο φυσιοθεραπευτή, που αρχίζει το συντομότερο δυνατό μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο, οδηγεί στην βελτίωση της ποιότητας ζωής του.