Γιατί πονάμε;

Για τους περισσότερους ανθρώπους ο πόνος είναι μια δυσάρεστη αίσθηση. Συνήθως όταν αισθανόμαστε πόνο προσπαθούμε όσο πιο γρήγορα και αποτελεσματικότερα να τον διώξουμε. Όμως, τι είναι ο πόνος και πώς εκφράζεται; Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος διαχείρισης και αντιμετώπισής του;


Ο ορισμός, που χρησιμοποιείται από τον Διεθνή Σύνδεσμο για την Μελέτη του Πόνου (International Association for the Study of Pain) είναι ο εξής: Ο πόνος είναι μια δυσάρεστη αισθητηριακή και συναισθηματική εμπειρία, η οποία μπορεί να σχετίζεται με πραγματική ή επαπειλούμενη βλάβη των ιστών, ή με τον ερεθισμό τους.

Πιο απλά, ο πόνος είναι μία φυσιολογική και αναγκαία διεργασία του εγκεφάλου που σκοπό έχει την επιβίωση. Για παράδειγμα, λειτουργεί προειδοποιητικά σε κάποιον που παρουσιάζει έντονο και επίμονο πόνο στο στήθος. Πηγαίνοντας στον γιατρό, μπορεί να διαγνωσθεί ένας θρόμβος και να αποφευχθεί έγκαιρα ένα καρδιακό επεισόδιο. Το ίδιο συμβαίνει σε έναν τραυματισμό των ιστών στις αρθρώσεις. Ο πόνος είναι έντονος με σκοπό την αποφυγή οποιασδήποτε κίνησης που μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη βλάβη ή να καθυστερήσει την επούλωση. Ο πόνος είναι ένας σύνθετος και εξελιγμένος προστατευτικός μηχανισμός.

Οι αρθρώσεις, οι μυς, τα ζωτικά μας όργανα δεν παράγουν πόνο, δεν πονάνε. Ο πόνος παράγεται από τον εγκέφαλο. Το σώμα απλά στέλνει νευρικά σήματα μέσω των νεύρων προς τον εγκέφαλο και εκείνος, τα επεξεργάζεται. Τον πόνο τον αισθανόμαστε, γιατί ο εγκέφαλός μας κρίνει ότι βρισκόμαστε σε απειλή και τον παράγει για να κάνουμε κάτι ώστε να προστατέψουμε τον εαυτό μας. Είναι σαν ένα προειδοποιητικό καμπανάκι, ένα σύστημα συναγερμού. Ακόμα και αν έχουμε τραυματισμούς σε ιστούς, μύες, αρθρώσεις, νεύρα ή οπουδήποτε αλλού, δεν θα εκφράσουμε πόνο εάν ο εγκέφαλός μας κρίνει ότι δεν χρειάζεται. Επίσης, μπορεί να μην υπάρχει κανένας τραυματισμός αλλά ο εγκέφαλός μας να παράγει (αναπαράγει) πόνο για κάποιο λόγο.

Σε μία έρευνα του 2007, οι Moseley & Arntz τοποθέτησαν σε τριάντα τρία άτομα ένα παγωμένο μέταλλο σε θερμοκρασία -20 βαθμών κελσίου στο επάνω μέρος του χεριού τους και την ίδια στιγμή άναβε ένα φωτάκι, άλλοτε κόκκινο χρώμα και άλλοτε μπλε. Αυτό που παρατηρήθηκε, είναι πως με το κόκκινο φως, τα άτομα εξέφραζαν περισσότερο πόνο από ότι με το μπλε, παρόλο που η θερμοκρασία του μετάλλου παρέμενε η ίδια. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ο εγκέφαλος παίρνει μια απόφαση και κρίνει πως το κόκκινο (που θεωρείται ένδειξη καυτού) είναι πιο επικίνδυνο και πρέπει να αντιδράσει, άρα παράγει περισσότερο πόνο.

Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να αισθανθούμε πόνο χωρίς τον εγκέφαλο, αλλά υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αισθανόμαστε πόνο σε ένα μέλος του σώματος που δεν υπάρχει (π.χ. μετά από έναν ακρωτηριασμό).

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακούσει ιστορίες, όπου οι άνθρωποι είχαν σοβαρό τραυματισμό και δεν παρουσίαζαν πόνο κατά τη στιγμή του τραυματισμού. Ένας σοβαρός τραυματισμός μπορεί να στείλει πολλά σήματα στον εγκέφαλο, αλλά αυτά δεν οδηγούν κατ’ ανάγκη σε πόνο. Το ποσό του πόνου που βιώνουμε, δεν αφορά αναγκαστικά και στο ποσό της βλάβης των ιστών που έχουμε υποστεί.

Για παράδειγμα, ένας κιθαρίστας ο οποίος έχει χτυπήσει στο δάκτυλο, θα πονέσει περισσότερο από κάποιον που δεν παίζει κάποιο όργανο καθώς για τον πρώτο, το γεγονός αυτό αποτελεί μεγαλύτερη απειλή. Άρα, το πόσο πονάμε έχει να κάνει με πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες, όπως είναι η μνήμη των εμπειριών, η λογική, το συναίσθημα, το περιβάλλον, οι προσδοκίες, η εθνικότητα ακόμα και η κοινωνική ή η οικονομική κατάσταση που βρίσκεται ένα άτομο. Ο καθένας βιώνει τον δικό του πόνο ως μία εντελώς υποκειμενική αίσθηση και η έκφρασή του είναι πάντα η πραγματική.

Καθημερινά βιώνουμε πόνους από χτυπήματα, ορθοστασία, κούραση σωματική, που σχετίζονται με βλάβη στους ιστούς. Ο πόνος τις περισσότερες φορές είναι στιγμιαίος ή παροδικός, και διαρκεί μέχρι την επούλωση των προσβεβλημένων ιστών. Αυτό το στάδιο, λέμε ότι είναι το οξύ στάδιο πόνου. Παραδείγματος χάριν, εάν χτυπήσουμε το πόδι μας στην άκρη του τραπεζιού, ο εγκέφαλός μας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρέπει να δράσει και να επουλώσει την βλάβη, έτσι εκφράζουμε πόνο, ο οποίος τις περισσότερες φορές φεύγει μέσα σε λίγες ώρες έως, το πολύ, δύο- τρεις ημέρες. Το ίδιο συμβαίνει εάν πονέσει η μέση μας καθώς σηκώνουμε ένα αντικείμενο ή «πιαστεί» ο αυχένας μας στο γραφείο γιατί καθόμαστε πολύ ώρα. Ο οργανισμός μας, είναι έτσι φτιαγμένος για να αυτοθεραπεύεται, επουλώνοντας οποιονδήποτε τραυματισμό, όπως επίσης και να λειτουργεί προληπτικά για την αποφυγή παρόμοιου περιστατικού.

Στην ερώτηση λοιπόν, τι είναι πόνος;, φαίνεται εύκολη η απάντηση. Ωστόσο, η απάντηση εξαρτάται από αυτόν τον οποίον ρωτάμε. Ο πόνος δεν κληρονομείται, είναι επίκτητος. Ένα μωρό παιδί, όταν κάνει τα πρώτα του βήματα και πέσει, δεν ξέρει να εκφράσει τον πόνο του γιατί δεν έχει την εμπειρία. Δεν γνωρίζει ο εγκέφαλός του πώς να μεταφράσει τα νευρικά σήματα που έρχονται από το γόνατό του που μόλις χτύπησε. Η αντίδρασή του εξαρτάται από την αντίδραση των γύρω του. Εάν οι γονείς, για παράδειγμα, εστιάσουν περισσότερο στο γεγονός, το παιδί πιθανότατα να κλάψει περισσότερο (αντίδραση συναισθηματική). Αυτή η εμπειρία καταγράφεται. Όσο έντονα καταγράφεται τόσο έντονα θα αναπαράγεται στο μέλλον. Κάθε μία εμπειρία σαν και αυτή θα συνοδεύεται από μία συναισθηματική αντίδραση. Μελλοντικά μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο, δηλαδή μια έντονη συναισθηματική αντίδραση μπορεί να επαναφέρει μια εμπειρία παλαιότερη στον εγκέφαλό μας και να μεταφραστεί ως πόνος. Καθώς μεγαλώνουμε, όλο και περισσότερες τέτοιες εμπειρίες καταγράφονται.

Στο διάστημα αυτό, που έχει προκληθεί ένας τραυματισμός στους ιστούς και στο οξύ στάδιο του πόνου, ο οργανισμός λειτουργεί με ταχύτατους ρυθμούς για την γρηγορότερη αποκατάσταση. Η επάνοδος στις δραστηριότητες γίνεται σταδιακά. Δεν φοβόμαστε τον πόνο, απλώς δείχνουμε σεβασμό. Ωστόσο, εάν ο πόνος επιμένει τότε ένας φυσιοθεραπευτής ή ένας γιατρός μπορούν να μας καθοδηγήσουν για την καλύτερη πορεία βελτίωσης των συμπτωμάτων.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που ο πόνος παραμένει για πολύ μεγαλύτερο διάστημα ακόμα και για χρόνια. Υπάρχουν περίοδοι ύφεσης και έξαρσης. Σε πολλές περιπτώσεις, υπάρχουν ελάχιστες στιγμές που κάποιος μπορεί να αναφέρει ότι δε νιώθει καθόλου πόνο από τότε που θυμάται ότι ξεκίνησε. Μπορεί και να μην υπάρχουν καν αυτές οι στιγμές και ο πόνος να είναι συνεχόμενος σε ένα σημείο σαν ένα καρφί ή να μεταφέρεται σε άλλα σημεία του σώματος. Τότε, μπορούμε να πούμε ότι αναφερόμαστε στον χρόνιο πόνο.

Ο χρόνιος πόνος θα μπορούσε να οριστεί ως «ένας πόνος χωρίς προφανή σκοπό που συνεχίζεται πέρα από το χρονικό διάστημα επούλωσης των ιστών».

Γνωρίζουμε πως, όταν ο πόνος επιμένει για κάποιο λόγο που ο εγκέφαλος κρίνει, το νευρικό σύστημα μετάδοσης κινδύνου -το οποίο μεταφέρει τα μηνύματα στον εγκέφαλο- γίνεται πιο ευαίσθητο. Πρακτικά αυτό σημαίνει, πως ο εγκέφαλος δέχεται μηνύματα κινδύνου τα οποία δεν μεταφέρουν τον πραγματικό τραυματισμό αλλά πολύ μεγαλύτερο. Παράγεται πόνος με πολύ μικρότερο ερέθισμα από τους νευρώνες. Κι αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος που εκφράζεται δεν είναι αληθινός. Αντίθετα είναι πάντα πραγματικός.

Πολλοί από εμάς έχουμε αισθανθεί πόνο κάποιες μέρες που είμαστε συναισθηματικά φορτισμένοι ή στρεσαρισμένοι, σε σημεία που έχουμε στο παρελθόν αναφέρει ότι πονάμε. Καθώς βρισκόμαστε σε μια στρεσογόνα κατάσταση εκκρίνονται ορμόνες, που πυροδοτούν το σύστημα κινδύνου με αποτέλεσμα να ‘χτυπάει το καμπανάκι’ της απειλής, και πολλές φορές εκδηλώνεται πόνος σε περιοχές που παλαιότερα ο εγκέφαλος είχε καταγράψει ως επώδυνες.

Τις περισσότερες φορές ο πόνος που παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα προκαλεί επιπλοκές, που με τη σειρά τους μπορούν να κάνουν τον πόνο χειρότερο και δυσκολότερο στην αντιμετώπισή του. Μοιάζει σαν έναν φαύλο κύκλο. Για παράδειγμα, κάποιος ο οποίος πονάει στον αυχένα μπορεί να γίνεται λιγότερο αποδοτικός στη δουλειά του. Αυτό μπορεί να του μειώνει το εισόδημα (την παραγωγή) και να του προκαλεί άγχος. Ο βραδινός του ύπνος δεν είναι ποιοτικός, το πρωί στη δουλειά αισθάνεται ακόμα πιο κουρασμένος και ο πόνος του μεγαλώνει. Ίσως να αισθάνεται φόβο, καθώς ίσως σκέφτεται ότι δεν είναι ικανός να δουλέψει. Αισθάνεται ενοχές μια και επηρεάζει το κοντινό του περιβάλλον. Όλα αυτά τα συμπτώματα είναι κοινά ζώντας με τον χρόνιο πόνο. Έτσι, ο πόνος δεν είναι μια απλή σωματική αίσθηση, αλλά ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που περιλαμβάνει σκέψεις και συναισθήματα.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που εμφανίζουν τα συμπτώματα του χρόνιου πόνου, ‘συνοδεύονται’ από πολλές εξετάσεις που περιλαμβάνουν ακτινογραφίες, μαγνητικές, εξετάσεις αίματος κ.α. – και οι οποίες δεν είναι ανάλογες με τα συμπτώματα που παρουσιάζει ο ασθενής και δεν δικαιολογούν την έκταση του πόνου. Ο πόνος αυτός δεν εξυπηρετεί πουθενά, μόνο επιζήμιος μπορεί να θεωρηθεί. Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι πονάμε επειδή ο εγκέφαλος έχει κάποιο λόγο και κατέληξε στο συμπέρασμα, συχνά εντελώς ασυνείδητα, ότι απειλείται και κινδυνεύει το σώμα. Το ‘κόλπο’ είναι να μάθουμε, γιατί ο εγκέφαλος έχει έρθει σε αυτό το συμπέρασμα.

Γνωρίζουμε ότι ο πόνος μπορεί να είναι μια περίπλοκη εμπειρία. Η λέξη «πόνος» χρησιμοποιείται επίσης σε σχέση με τη θλίψη, τη μοναξιά και την αποξένωση. Συμπεριλαμβάνει έννοιες, σκέψεις, συναισθήματα με ποικίλες ‘εκφράσεις’ . Χρειαζόμαστε τον εγκέφαλο για να καταλάβουμε πραγματικά τον πόνο – κυρίως τον πόνο που επιμένει, εξαπλώνεται ή φαίνεται απρόβλεπτος. Χρειαζόμαστε τον εγκέφαλο για να μας βοηθήσει να καταλάβουμε γιατί τα συναισθήματα, οι σκέψεις, οι πεποιθήσεις και οι συμπεριφορές είναι σημαντικά για τον πόνο.

Είναι πλέον γνωστό ότι η συναισθηματική κατάσταση των ασθενών επηρεάζει άμεσα την αντίληψη του πόνου και όταν η συναισθηματική δυσφορία αυξάνεται, αυξάνεται και ο σωματικός πόνος.

Οποιαδήποτε αξιόπιστη πληροφορία ότι το σώμα βρίσκεται σε κίνδυνο και ένας προστατευτικός μηχανισμός θα ήταν χρήσιμος, θα αυξήσει την πιθανότητα και την ένταση του πόνου. Με τον ίδιο τρόπο, οποιαδήποτε αξιόπιστη πληροφορία ότι το σώμα είναι ασφαλές, θα μειώσει την πιθανότητα και την ένταση του πόνου. Έτσι απλά.

Για να μειώσουμε τον πόνο, λοιπόν, πρέπει να μειώσουμε την απόδειξη κινδύνου και να αυξήσουμε τα αξιόπιστα στοιχεία ασφάλειας. Αυτό μπορεί να γίνει με οτιδήποτε σχετίζεται με την ασφάλεια, όπως η ενεργή συμμετοχή, η άσκηση και η κατανόηση το πώς λειτουργεί ο μηχανισμός του πόνου. Η φυσιοθεραπευτική παρέμβαση βασίζεται στην ενημέρωση, στην επεξήγηση και στην εκπαίδευση. Ένας φυσιοθεραπευτής μπορεί να αξιολογήσει και να εκτιμήσει τις ατομικές ανάγκες ενός ατόμου, παρέχοντας την κατάλληλη προσέγγιση. Σκοπός είναι η μείωση της συμπτωματολογίας, η βελτίωση της ποιότητας ζωής και η πρόληψη. Δεν υπάρχει γρήγορη λύση για έναν πόνο που επιμένει. Η ανάκαμψη απαιτεί ένα ταξίδι υπομονής, επιμονής, θάρρους και καλής εξάσκησης. Οι καλύτερες παρεμβάσεις επικεντρώνονται στην εκπαίδευση του σώματος και κατ επέκταση του εγκεφάλου στο να είναι λιγότερο προστατευτικός.

Η κατανόηση της φυσιολογίας του πόνου αλλάζει τον τρόπο, που οι άνθρωποι σκέφτονται για τον πόνο, μειώνει τον κίνδυνο της απειλής και βελτιώνει τη διαχείρισή του από αυτούς.